δαλίον

δᾱλίον, τό, Dim. of δαλός, Ar.Pax959.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαλίον — δαλίον, το (Α) μικρός δαλός. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικό τού δαλός*] …   Dictionary of Greek

  • δαλίον — neut nom/voc/acc sg δᾱλίον , δαλός fire brand neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δάλιον — Δά̱λιον , Δήλιος Delian masc acc sg (doric) Δά̱λιον , Δήλιος Delian neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαλίων — δαλίον neut gen pl δᾱλίων , δαλός fire brand neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.